Αριστοτέλης Ωνάσης: Το άγγιγμα του Μίδα

Αριστοτέλης Ωνάσης: Το άγγιγμα του Μίδα

«Μόνο ο Θεός και εγώ μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι από το τίποτα» - Αριστοτέλης Ωνάσης (1906 – 1975)

Στο Buenos Aires ο 23χρονος Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν ένας από τους χιλιάδες σκουρόχρωμους πρόσφυγες και μετανάστες από την ανατολική άκρη της Ευρώπης, που αντιμετωπίζονταν υποτιμητικά κάνοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού. Ο νεαρός  Έλληνας είχε φτάσει εκεί τον Σεπτέμβριο του 1923 με 250 δολάρια στην τσέπη, στριμωγμένος για ένα μήνα στην τρίτη θέση του Tomaso Di Savoia, σε μια μικρή καμπίνα πάνω από την προπέλα του πλοίου.

Από το κατάστρωμα του πλοίου, έλεγε αργότερα, ότι είχε δει για πρώτη φορά το Μόντε Κάρλο, στο δρόμο για τη νέα του ζωή. Πίσω στην Αθήνα είχε αφήσει τον πατέρα του Σωκράτη και τις αδελφές του Μερόπη, Άρτεμη και Καλλιρόη. Οικογένεια από τις πιο εύπορες της πόλης ξεχωρίζοντας στο καπνεμπόριο, είχε ξεριζωθεί από τη Σμύρνη ένα χρόνο νωρίτερα και είχε βρει καταφύγιο στην Αθήνα μετά από πολλές περιπέτειες. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στον μικρό και το μεγάλο Ωνάση, είχαν οδηγήσει τον Αρίστο να αναζητήσει την τύχη μόνος του στο νέο κόσμο, αφού το να συνδιαχειριστεί με τον πατέρα του την οικογενειακή περιουσία και επιχείρηση ήταν αδύνατον.

Έκανε διάφορες δουλειές, όπως υπάλληλος σε πλυντήριο και νυχτοφύλακας, μένοντας σε ένα δωμάτιο με έναν μακρινό του ξάδελφο στην ιταλική συνοικία της πόλης. Μικρόσωμος για την ηλικία του, με γυμνασμένα χέρια και στέρνο, εξέπεμπε έναν αέρα σοβαρότητας που οι γυναίκες έβρισκαν ακαταμάχητο. Η αποτυχία του να βρει μια σταθερή δουλειά όμως τον έκαιγε, σκέφτηκε να μπαρκάρει σε καράβι, τελικά όμως βρήκε μια δουλειά ως ηλεκτρολόγος στην Βρετανική Εταιρία Τηλεφωνίας. Ο μισθός ήταν καλός και του χάρισε αρκετή οικονομική άνεση ώστε να μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα στη Λεωφόρο Εσμεράλντα, κοντά στην Όπερα.

Αριστοτέλης Ωνάσης: Το άγγιγμα του Μίδα

Photo by Keystone / Hulton Archive / Getty Images

Από ηλεκτρολόγος, γρήγορα έγινε χειριστής στο τηλεφωνικό κέντρο κάνοντας τη νυχτερινή βάρδια. Τις μικρές ώρες σκεφτόταν καλύτερα και είχε χρόνο να διαβάσει τις οικονομικές εφημερίδες και να ενημερωθεί, αλλά και να κρυφακούσει τα τηλεφωνήματα που του φαινόντουσαν ενδιαφέροντα. Κρατώντας σημειώσεις, άρχισε να παίζει στο χρηματιστήριο κι έμαθε ότι οι καλύτερες συμφωνίες γίνονται αφού κλείσει η αγορά. Έτσι, κέρδισε 500 δολάρια σε μια συμφωνία για αγορά λιναρόσπορου, και άλλα $200 για μια πρόβλεψη σχετική με την αγορά των δερμάτων.

Ήταν η εποχή που σύναψε δεσμό με την Ιταλίδα τραγουδίστρια Κλαούντια Μούτσο. Διάσημη στο Buenos Aires με κατακτήσεις στον κόσμο των ισχυρών και των πλουσίων, ήταν η ιδανική συνοδός - τρόπαιο για τον ανερχόμενο επιχειρηματία. Εκτός απ' αυτό όμως, η Μούτσο ήταν κι η πηγή έμπνευσής του για την πρώτη του επιχειρηματική δραστηριότητα: Η Ιταλίδα καλλονή ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες που κάπνιζαν δημοσίως, και μάλιστα σε μία πόλη όπου οι γυναίκες, αν και ήθελαν να καπνίζουν, έβρισκαν το τοπικό χαρμάνι πολύ βαρύ για το γούστο τους. Έτσι, σκέφτηκε να παραγγείλει από τον πατέρα του καπνά από την ανατολή, και να ιδρύσει τη δική του εταιρία εισαγωγής, και κατόπιν να βάλει την Κλαούντια να διαφημίσει το προϊόν.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1928, οι συναλλαγές του με την Ελλάδα είχαν φτάσει τα δύο εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. «Μόνο ο Θεός και εγώ μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι από το τίποτα», έλεγε ο επιχειρηματίας, περήφανος για όσα είχε κατορθώσει. Ήταν εκείνος που έπεισε την Ελληνική κυβέρνηση να ξεκινήσει εμπορικές συνομιλίες με την Αργεντινή, εξασφαλίζοντας έτσι ευνοϊκούς όρους για τις εισαγωγές του. Αναγνωρίζοντας δε τη δράση του το 1931, η Ελλάδα τον διόρισε αναπληρωτή πρόξενο στη χώρα, εξασφαλίζοντας του έτσι ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική άνοδο και επαφές.

Αν και τα καπνά ήταν ο πυρήνας της δραστηριότητας του, ο Ωνάσης είχε πάντα το βλέμμα στραμμένο στη  ναυτιλία. «Εκεί είναι τα χοντρά λεφτά» έλεγε στον φίλο του, Κώστα Γράτσο.

Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Ωνάσης επέστρεψε στην Αθήνα για την κηδεία, και κατόπιν έκανε το γύρο της Ευρώπης και έγινε δεκτός στον κύκλο των Ελλήνων εφοπλιστών στο Λονδίνο. Οι Λιβανοί, οι Εμπειρίκοι, οι Γουλανδρήδες, οι Κουλουκουντήδες, αν και τα καπνά ήταν ο πυρήνας της δραστηριότητας του, ο Ωνάσης είχε πάντα το βλέμμα στραμμένο στη  ναυτιλία. «Εκεί είναι τα χοντρά λεφτά» έλεγε στον φίλο του, Κώστα Γράτσο. «Και το ρίσκο» του απαντούσε εκείνος, χωρίς ο Αρίστος να πτοείται. Μέσα στα σαλόνια των μεγάλων εφοπλιστικών οικογενειών, ικανός αλλά και ανήσυχος, ο Ωνάσης έμαθε πολλά: τα μικρά μυστικές και τις λεπτές γραμμές της δουλειάς. Το πώς κάθε ευκαιρία μπορεί να αποδειχθεί μεγάλη όσο μικρή κι αν φαίνεται. Και πως η αποφασιστικότητα είναι το πιο δυνατό σκαρί που μπορεί να σηκώσει κανείς απέναντι στα κύματα της ζωής.

Εκεί έμαθε επίσης και ότι η Καναδική Ατμοπλοϊκή εταιρία πήγαινε για οικονομική κρίση και διέθετε δέκα από τα εμπορικά της σε χαμηλές τιμές -- τριάντα χιλιάδες το ένα, λίγο παραπάνω από όσα θα έπαιρναν αν τα πουλούσαν για παλιοσίδερα. Έτσι, ο Ωνάσης βρέθηκε στο Μόντρεαλ, σε πρωτόγνωρες για εκείνον θερμοκρασίες υπό του μηδενός, να επιθεωρεί τα πλοία επί τρεις μέρες, και να κρατά σημειώσεις για κάθε λεπτομέρεια του σκάφους υπό το ολοένα και πιο ανήσυχο βλέμμα των Καναδών, που έβλεπαν τις μέρες να περνούν χωρίς την εμφάνιση άλλου υποψήφιου αγοραστή.

Για κάθε ανήσυχο βλέμμα τους, ο Ωνάσης αφαιρούσε και ένα χιλιάρικο από την προσφορά που είχε στο νου του. Στο τέλος της τρίτης μέρας ανακοίνωσε ότι θα έπαιρνε έξι από τα πλοία, προς είκοσι χιλιάδες δολάρια το ένα. Οι Καναδοί ξεροκατάπιαν, και συμφώνησαν. Τα δύο καλύτερα πλοία του στόλου του, πήραν τα ονόματα του πατέρα και της μητέρας του: «Σωκράτης Ωνάσης» και «Πηνελόπη Ωνάση» τα βάφτισε. And the rest is history.

Αριστοτέλης Ωνάσης: Το άγγιγμα του Μίδα

Photo by Central Press / Getty Images

Μέσα στην επόμενη δεκαετία, αγόρασε το ένα τάνκερ μετά το άλλο, έκλεισε επικερδείς συμφωνίες με κολοσσούς όπως η Mobil και η Texaco, μετέφερε την έδρα του στη Νέα Υόρκη και παντρεύτηκε την όμορφη κόρη του Γιώργου Λιβανού, του πατριάρχη των Ελλήνων εφοπλιστών, μπαίνοντας στο μάτι του μεγάλου αντίζηλού του, Σταύρου Νιάρχου. Και ανοίγοντας έτσι, το πρώτο κεφάλαιο σε ένα από τα μεγαλύτερα, συναρπαστικότερα saga όχι μονάχα της επιχειρηματικής, αλλά και της ανθρώπινης Ιστορίας: Το saga του Αριστοτέλη Ωνάση.


Cover Photo: Keystone / Getty Images / Ideal Image