Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Το 2008 η ετικέτα Ergon μπήκε για πρώτη φορά σ’ ένα βαζάκι μέλι. Σήμερα, το label των δυο αδερφιών απ’ τη Θεσσαλονίκη κρέμεται στην πόρτα καταστημάτων σ’ όλον τον κόσμο, αποτελώντας τον απόλυτο πρεσβευτή της γαστρονομικής παραγωγής της Ελλάδας

Φωτογραφίες: Λευτέρης Σιαράπης
Fashion Editor: Βίβιαν Ρουβέλα
Φωτογραφία Εξωφύλλου και βασική φωτογραφία: Ο Θωμάς Δούζης φοράει μπουφάν και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique). O Γιώργος Δούζης φοράει πουλόβερ και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).

 

Ελλάδα, 2004. Σε κλίμα Ολυμπιακών Αγώνων, Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου, και ενός γενικευμένου εθνικού high που έμοιαζε σαν αυτά τα ατέλειωτα πάρτι που δεν γνωρίζουν ποτέ τι πάει να πει hangover, ο Θεόδωρος Δούζης, στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας τροφίμων, αποφασίζει να κυνηγήσει το όνειρο και να ιδρύσει μια μικρή, ιδιωτική, ολόδική του εταιρεία διανομής τροφίμων. Πιθανά, μέσα στο ευτύτερο κλίμα ανάτασης που επικρατούσε στη χώρα, στο πίσω μέρος των ονείρων του να ήταν κι η φιλοδοξία να αφήσει κάτι σπουδαίο στα παιδιά του: τον Γιώργο και τον Θωμά, που εκείνη την περίοδο τελειώναν τις σπουδές τους. Πράγματι θα το έκανε, αλλά μάλλον όχι όπως το είχε φανταστεί.

Μαθηματικά ο ένας, Εφαρμοσμένη Πληροφορική ο άλλος, τα δυο αδέρφια δεν φαινόντουσαν να έχουν σκοπό να ασχοληθούν με την οικογενειακή παράδοση, που περιστρεφόταν γύρω απ’ την τροφή -- ο παππούς τους, λόγου χάρη, είχε ένα αλλαντοζυθοπωλείο στη Θεσσαλονίκη. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι οι δύο νεοσσοί δεν θα βοηθούσαν στο ξεκίνημα του πατέρα τους. Άρχισαν να δουλεύουν μαζί του στο να εντοπίζουν προϊόντα από μικρούς Έλληνες παραγωγούς, για να τα μεταπωλήσουν σε μπακάλικα εντός κι εκτός συνόρων, γρήγορα όμως κατάλαβαν ότι αυτό ήταν ένα μοντέλο αρκετά πολύπλοκο και περιορισμένο.

«Πηγαίναμε σε εκθέσεις», θυμάται ο Θωμάς, «και μας αντιμετώπιζαν με αμηχανία: τόσες πολλές ετικέτες, τόσοι πολλοί παραγωγοί, δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς κάναμε και ποιος ήταν ο ρόλος μας σε όλο αυτό». Κάπου εκεί, γεννήθηκε το Ergon. Η ιδέα που όχι μόνο θα τους προσέφερε μια διέξοδο από την κρίση που ερχόταν, αλλά θα τους τοποθετούσε στον αφρό του κύματος όλων αυτών των αλλαγών που, στα χρόνια που μεσολάβησαν, θα έριχναν τη χώρα στα τάρταρα, και θα έφερνε τους αδερφούς Δούζη και την εταιρεία που οι ίδιοι ίδρυσαν, αν όχι στην κορυφή των ονείρων του πατέρα τους, σίγουρα πάρα πολύ κοντά: επί κεφαλής ενός ομίλου τροφίμων που, εκτός του ότι μετρά περισσότερα από 3 χιλιάδες προϊόντα στους καταλόγους και τα ράφια, τα μαγειρεύει για άμεση κατανάλωση από τους πελάτες καταστημάτων διασκορπισμένων σε 14 πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, (Λονδίνο, Σιγκαπούρη, Μαϊάμι και Βρυξέλες οι πόλεις που τρώνε ελληνικά χάρη στο Ergon), αποτελώντας ίσως τον πιο δραστήριο πρεσβευτή της ελληνικής γαστρονομίας διεθνώς αυτή τη στιγμή.

Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Ο Θωμάς Δούζης φοράει πουλόβερ, πουκάμισο και παντελόνι Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).
Ο Γιώργος Δούζης φοράει πουλόβερ, πουκάμισο και παντελόνι Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).

Θα μπορούσε να πει κανείς πως, ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του Ergon, είναι πως τότε, στις πρώτες μέρες του, κατάφερε να οργανώσει το χάος της ελληνικής παραγωγής δίνοντας μια ενιαία φωνή στην πολυφωνία της. Όλα όμως ξεκίνησαν με ένα βαζάκι μέλι, σωστά;

Θωμάς Δούζης: Ναι ήταν το 2008, τότε που συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό που χρειαζόμασταν ουσιαστικά ήταν να οργανώσουμε ένα brand – ομπρέλα, κάτω από το οποίο θα μπορούσαν να ενωθούν όλοι οι Έλληνες παραγωγοί, χωρίς να χρειάζεται να ασχοληθούν με το packaging και τις καινούριες νομοθεσίες, τις καινούριες πιστοποιήσεις κι όλα αυτά – όλα αυτά τα κάναμε εμείς. Ξεκινήσαμε λοιπόν με ένα βασικό προϊόν: το μέλι. Βρήκαμε έναν παραγωγό από τη Θάσο, και ψάχνοντας όνομα για την ετικέτα του, αποφασίσαμε να το πούμε «Μέλισσας Έργον». Ακολούθησαν κι άλλα προϊόντα που ήδη πουλούσαμε, τα περάσαμε στο δικό μας brand, και έτσι αρχίσε να εμπλουτίζεται η γκάμα – το λάδι το ονομάσαμε «Ελιάς Έργον», τον τόνο Αλοννήσου τον ονομάσαμε «θάλασσας Έργον», «Γης Έργον» ήταν τα φασόλια μας, και δημιουργήθηκε μια αρκετά μεγάλη γκάμα, με κοινή πλέον επικοινωνιακή ταυτότητα και στρατηγική, το οποίο βοήθησε πάρα πολύ: ένα ενιαίο brand με ενιαίο packaging και ενιαία αντιμετώπιση προς τους εμπόρους, έφερε πολύ πιο πετυχημένες πωλήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Ήταν εύκολο να μπουν οι Έλληνες σ’ αυτή τη νοοτροπία; Δεν είμαστε κι ο πιο φορμαλιστικός λαός που υπάρχει η αλήθεια είναι…

Θωμάς Δούζης: Ήταν πολύ δύσκολο. Κατ’ αρχήν ήμασταν πάρα πολύ μικροί εμείς τότε. Κι ήταν λίγο δύσκολο να πηγαίνουμε στους παραγωγούς και να λέμε «γεια σας, θέλουμε το καλύτερό σας προϊόν και θέλουμε να το πουλήσουμε με τη δική μας ετικέτα». Ήταν λίγο ανάποδο με την εποχή.

Γιώργος Δούζης: Και βέβαια υπήρξαν οι εγγενείς δυσκολίες του να κάνεις κάτι πρώτος, το οποίο βέβαια με κάποιο τρόπο είναι και ευλογία, γιατί όταν δεν υπάρχει προηγούμενο, ό,τι σκεφτείς απλά πας και το δοκιμάζεις. Από εκεί και πέρα έπρεπε να περάσουμε στην ελληνική νοοτροπία την έννοια του brand. Αν κοιτάξεις τώρα, υπάρχουν ένα σωρό υπέροχα ελληνικά brands στην αγορά: από τρόφιμα και καλλυντικά μέχρι ρούχα, μαγαζιά, designers, οτιδήποτε. Δέκα χρόνια πίσω, ήταν λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα η ίδια η έννοια του brand ήταν συνδεδεμένη με τον παραγωγό, και private labelling έκαναν μόνο τα super market, κι αυτό πάντα για τη budget σειρά τους. Εμείς πήγαμε και είπαμε «όχι, θα είμαστε η ακριβή σειρά: θα είμαστε ιδιωτική ετικέτα μεν, αλλά θα είμαστε και premium». Κι αυτό ήταν κάτι το πολύ παράξενο για όλους, από τον παραγωγό μέχρι τον retailer – πέρασαν χρόνια για να καταλάβουν οι πελάτες μας από την retail πλευρά ότι δεν είμαστε παραγωγοί.

Κι αυτό ειδικά σε μια περίοδο όπου αν ανθούσε κάτι, αυτό ήταν η νοοτροπία του «χωρίς μεσάζοντες».

ΘΔ: Άλλο πάλι κι αυτό, που το αντιμετωπίσαμε για αρκετά χρόνια. Μέχρι να γίνουμε retailers βέβαια, να το πουλάμε οι ίδιοι δηλαδή κι όχι απλά να το μεταπωλούμε, οπότε ξαφνικά σταμάτησαν να μας βλέπουν ως μεσάζοντες. Κάναμε ό,τι κάνουν οι retailers, απλά ήταν δικό μας και το brand. Αλλά δηλαδή πώς αλλιώς να το κάνει ο πελάτης, να πάει να το αγοράσει απ’ το χωράφι; Κατέβα στην Αλόννησο και πάρε τόνο, κανένα πρόβλημα. Απλά εμείς δεν το κάναμε μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, το κάναμε στις Βρυξέλες, στο Λονδίνο και τη Σιγκαπούρη, υπήρχε μια κάπως ανώτερη αποστολή αν θέλεις.

Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Ο Γιώργος Δούζης φοράει ζακέτα Massimo Dutti και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).

Πώς περάσατε όμως απ’ το παντοπωλείο στο μεζεδοπαντοπωλείο;

ΘΔ: Ήταν κάποια στιγμή το 2011, όπου η Ελλάδα είχε αρχίσει να μπαίνει στην κρίση με τα μπούνια, και τα μαγαζάκια που πουλούσαν τα προϊόντα μας, άρχισαν να υποφέρουν και να κλείνουν το ένα πίσω απ’ το άλλο. Που σημαίνει φυσικά ότι κι εμείς αρχίσαμε να μην έχουμε πού να τα πουλήσουμε όλα αυτά τα προϊόντα. Εκεί είπαμε «ώπα, κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό». Ή θα έπρεπε να γίνουμε ένα μεγάλο brand, να μπούμε σε super market, και να μεγαλώσουμε σημαντικά τον τζίρο μας για να διεκδικήσουμε το καλό ράφι, ή θα έπρεπε να βρούμε έναν άλλο τρόπο να διοχετεύσουμε τα προϊόντα μας. Ο τρόπος της εποχής ήταν τα concept stores, με παραδείγματα όπως ο Κορρές, η Apivita, ή τα Γαία που δημιούργησαν αυτό το θαύμα, οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε κι εμείς το δικό μας concept store στη Θεσσαλονίκη. Στήσαμε λοιπόν το παντοπωλείο μας, αυξήσαμε τα προϊόντα μας από 70 σε 300 μέσα σε ένα βράδυ, φτιάχναμε τις ετικέτες και τις κολλούσαμε στα προϊόντα με τα χέρια για να τα βάλουμε στα ράφια, και πήγε πάρα πολύ καλά. Δυο μήνες μετά μας πρότειναν να κάνουμε ένα ίδιο στο Sani Resort της Χαλκιδικής, μόνο που, επειδή θα απευθυνόταν σε τουρίστες, σκεφτήκαμε ότι για να πουλήσουμε τα προϊόντα, θα έπρεπε να δώσουμε στον κόσμο τη δυνατότητα να τα δοκιμάσει κιόλας. Εκεί λοιπόν συνδυάσαμε για πρώτη φορά το παντοπωλείο με το εστιατόριο: ένας μάγειρας, που ουσιαστικά χρησιμοποιούσε τα προϊόντα μας για να φτιάχνει μεζέδες. Πήγε πολύ καλά, οπότε στο τέλος του καλοκαιριού το φέραμε πίσω στη Θεσσαλονίκη, κι ανοίξαμε το νέο μας μεζεδοπαντοπωλείο. Αμέσως μετά άρχισαν να μας ζητάνε franchise, το επόμενο καλοκαίρι ανοίξαμε στη Σκιάθο, στη Ρόδο και στη Λευκάδα, τον χειμώνα που ακολούθησε ανοίξαμε στην Αθήνα, και έξι μήνες αργότερα ανοίξαμε τα πρώτα μας καταστήματα σε Λονδίνο και Βέλγιο. Το 2015, επιστρέφοντας από Λονδίνο κάναμε το όνειρό μας πραγματικότητα: το Έργον Αγορά στη Θεσσαλονίκη. Ένα κατάστημα 1.000 τετραγωνικών, μια κλειστή αγορά με κρεοπωλείο, ιχθυοπωλείο, μανάβικο, παντοπωλείο, εστιατόριο, χώρο εκδηλώσεων, και καφέ: μια πραγματική κλειστή αγορά στο κέντρο της πόλης, που λειτουργεί όλη μέρα.

Ένας καταπληκτικός χώρος, που σε πολλούς ξυπνά αγαπημένες ταξιδιωτικές αναμνήσεις απ’ το Eataly της Νέας Υόρκης.

ΘΔ: Ακριβώς, αυτό ήταν και για εμάς το τοτέμ. Το είδαμε για πρώτη φορά στο Τορίνο το 2008, και καταλάβαμε ότι εκεί θέλουμε να το πάμε. Βέβαια εμείς έχουμε μια σημαντική διαφοροποίηση, κι αυτή είναι ότι τα προϊόντα που πωλούνται μέσα είναι Έργον - όχι όλα, αλλά σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό.

Σε κάποια παλιά συνέντευξή σας είχατε αναφέρει ότι έμπνευσή σας ήταν και η λογική των food markets του Λονδίνου, με τους όποιους περιορισμούς θέτει η κρίση μεν, αλλά και η ελληνική νομοθεσία. Συναντήσατε κάποιες αγκυλώσεις;

ΘΔ: Μέχρι το 2012 απαγορευόταν η μικρή χρήση υγειονομικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα. Δηλαδή, απαγορευόταν στον ίδιο χώρο να πουλάς νωπό προϊόν και να το μαγειρεύεις επίσης. Σε ένα από τα μνημόνια βέβαια, το δεύτερο νομίζω, ένα από τα προαπαιτούμενα ήταν να απελευθερωθεί ακριβώς αυτό το κομμάτι της αγοράς: η μικτή άδεια. Εκείνη ακριβώς τη χρονιά λοιπόν, δώσαμε και τα πρώτα μας franchise.

Βιώσατε ένα από τα καλά των μνημονίων δηλαδή.

[γέλια] ΓΔ: Ναι, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό.

Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Ο Θωμάς Δούζης φοράει πουλόβερ και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).

Το 2012 η Guardian σας είχε χαρακτηρίσει ως τους «Έλληνες που πέτυχαν γιατί δεν είχαν τίποτα να χάσουν». Τώρα που σίγουρα έχετε κάτι να χάσετε, είστε λιγότερο ριψοκίνδυνοι;

ΘΔ: Το αντίθετο θα έλεγα: παρ’ ότι έχουμε πολλά να χάσουμε, είμαστε πολύ πιο ριψοκίνδυνοι. Δεν λέμε «yolo» βέβαια, λέμε απλά ότι μία ευκαιρία έχεις μόνο για να το κάνεις αυτό. Μία ευκαιρία έχεις για να μεγαλώσεις. Κι ύστερα, αυτό που έχουμε ζήσει στο επιχειρείν, είναι λίγο εθιστικό. Αν μια μέρα είναι ίδια με την προηγούμενη, αισθάνεσαι λίγο περίεργα, νομίζεις ότι πέφτεις. Και αυτό σε αγχώνει, και θέλεις να δοκιμάσεις κάτι διαφορετικό. Είναι λίγο παράξενο αυτό το πράγμα, και το νιώθουμε συνέχεια. Καθόμαστε ένα σαββατοκύριακο σπίτι και λέμε «δυο χρόνια πριν θα τρέχαμε να ανοίξουμε μαγαζί, δεν πάμε καλά».

Πώς ανταποκρίνεται η διεθνής κοινότητας στις επιχειρηματικές προσπάθειες των Ελλήνων; Τους ιντριγκάρει λίγο παραπάνω το να μιλήσουν με ανθρώπους που έρχονται από μια χώρα σε μεγάλα ζόρια;

ΘΔ: Στο δικό μας χώρο που είναι retail, αυτό είναι πρώρα απ’ όλα ένα εξαιρετικό όπλος για εμάς. Όταν μιλάμε με συνεργάτες σε Αμερική, Αγγλία, Ντουμπάι, σε οικονομίες που πάνε πάρα πολύ καλά εν γένει, και μας ζητάνε στοιχεία όπως πωλήσεις ανά τετραγωνικό μέτρο, τις στέλνουμε βάζοντας έναν αστερίσκο: σημειώνουμε ότι «έχετε υπόψιν, αυτές οι πωλήσεις γίνονται εν μέσω της πιο μακροχρόνιας κρίσης που έχει δεχτεί ποτέ πολιτισμένη χώρα». Δεν είναι απλά ότι υπάρχουμε και μεγαλώνουμε, αλλά τα κάνουμε αυτά ακριβώς την ώρα που η χώρα μας πηγαίνει κάθε χρόνο πιο κάτω. Οπότε εκ των πραγμάτων, κυρίως σε επίπεδο λειτουργιών και πωλήσεων, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ένα concept το οποίο χωρίς χρηματοδότηση και χωρίς δανειοδότηση, μεγαλώνει σε μια χώρα εν κρίση. Αυτό, όντως, τους ιντριγκάρει και το βλέπουμε πολύ, πολύ έντονα.

Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Ο Θωμάς Δούζης φοράει ζακέτα Massimo Dutti και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).

Σας κάνει αυτό να σκέφτεστε πόσα περισσότερα θα μπορούσατε να έχετε πετύχει αν δεν ήταν η χώρα σε κρίση;

ΘΔ: Φέτος το καλοκαίρι βρεθήκαμε σε μια εκδήλωση όπου συναντήσαμε τον Γιώργο Λογοθέτη, [σσ: επικεφαλής του Libra Group, ενός ιδιωτικού, διεθνούς κονγκλομεράτου που επιβλέπει δεκάδες σε ποικίλους επιχειρηματικούς κλάδους σε 6 χώρες στον κόσμο]. Αυτό που μας είπε είναι ότι «παιδιά, εσείς έχετε μάθει να κολυμπάτε στη λάσπη – σκεφτείτε πόσο πιο γρήγορα θα κολυμπάτε αν σας βγάλουμε στο νερό!». Όχι, δεν ξέρουμε τι θα γινόταν αν είχαμε ξεκινήσει πριν την κρίση. Μπορεί να βρισκόμασταν σε ένα περιβάλλον όπου δανειζόταν οι εταιρείες πιο εύκολα, οπότε να είμαστε υπερδανεισμένοι, ή όπου σηκωνόταν πιο εύκολα χρήματα, οπότε να είχαμε χάσει κομμάτι του ελέγχου της εταιρείας. Τώρα δεν έχουμε τίποτα από όλα αυτά: η εταιρεία είναι δική μας, δάνεια εν έχουμε, και μάθαμε να κολυμπάμε στη λάσπη. Είναι πολύ σημαντικό αυτό, εκ των υστέρων τελικά.

ΓΔ: Γενικά η λάσπη δεν δυσκόλεψε μόνο την κατάσταση, τη βοήθησε κιόλας. Αν η χώρα δεν ήταν σ’ αυτήν την κατάσταση, δεν ξέρω αν θα είχαμε μπορέσει καν να νοικιάσουμε το πρώτο μας μαγαζί. Τουλάχιστον όχι όπως ξεκινήσαμε, χωρίς δάνειο, χωρίς χρηματοδότηση και άλλα τέτοια βαρίδια, που δεν ξέρουμε τι επίπτωση θα είχαν στην πορεία μας, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα.

Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Ο Γιώργος Δούζης φοράει ζακέτα Massimo Dutti και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).
Ο Θωμάς Δούζης φοράει ζακέτα Massimo Dutti και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).

Εσείς δεν μεγαλώσατε σε περιβάλλον σκληροπυρηνικής επιχειρηματικότητας, είναι κάτι καινούριο για εσάς. Πώς νιώσατε όταν συνειδητοποιήσατε κάποια στιγμή ότι κολυμπάτε στα κύματα του επιχειρείν;

ΓΔ: Ναι η αλήθεια είναι ότι δεν θα έλεγες πως ήταν κάτι σχεδιασμένο το να ασχοληθούμε με αυτό. Όταν βρεθείς σ’ αυτή τη θέση όμως, μετά δεν έχεις και πολλές επιλογές, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να κάτσεις να σκεφτείς «ώπα τι πάθαμε» ας πούμε. Τρέχεις.

Έχετε καθίσει να σκεφτείτε όμως πιο ήταν το καθοριστικό στοιχείο της επιτυχίας σας;

ΘΔ: Έχουμε προσπαθήσει αρκετές φορές να το αποκωδικοποιήσουμε, λέγοντας ότι ήταν ένας συνδυασμός σωστού timing απ’ όλες τις πλευρές. Κατ’ αρχήν τόσο εμείς όσο και όλοι οι φίλοι και συνεργάτες μας, ήμασταν στην κατάλληλη ηλικία, στα 22-23, για να έχουμε την ενέργεια να ρίξουμε το τρέξιμο που χρειαζόταν, αλλά και την υπομονή να περιμένουμε το αποτέλεσμα.

ΓΔ: Και από την πλευρά της αγοράς όμως, βρεθήκαμε να πουλάμε παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα όταν η Ελλάδα ήταν στο μεταίχμιο του να τρώει μόνο ρόκα-παρμεζάνα, και ξαφνικά να στρίβει και να ανακαλύπτει ξανά και να κάνει trend τη φάβα με τη σαρδέλα. Μετά ήρθε η κρίση, όπου ξαφνικά οτιδήποτε ελληνικό έγινε cool. Και τώρα βέβαια περνάμε μια περίοδο όπου η παγκόσμια τάση στο φαγητό είναι το farm to table και το artisanal εν γένει. Ήταν μια σειρά συμπτώσεων των τελευταίων 10 ετών δηλαδή, που μας έχει κρατήσει στην καρδιά του trend. Αν ήμασταν στην ηλικία που είμαστε τώρα, στα 30-35 κι έπρεπε να το ξεκινήσουμε τώρα, με μηδέν budget, και με την απαίτηση να είμαστε super creative για το οποιοδήποτε επόμενο βήμα – απ’ το να συμμετέχεις σε μια έκθεση μέχρι να ανοίξεις ένα νέο μαγαζί - , δεν ξέρω αν θα το αντέχαμε.

ΘΔ: Από εκεί και πέρα είχαμε κάποια διορατικότητα υποθέτω, και μας βοήθησαν πάρα πολύ τα ταξίδια στην πορεία, όπου βλέπαμε πολλά ωραία πράγματα που προσπαθούσαμε να εφαρμόσουμε κι εμείς.

Τα αδέρφια Δούζη κατακτούν τον κόσμο, ένα μεζεδοπαντοπωλείο τη φορά

Ο Γιώργος Δούζης φοράει πουλόβερ και πουκάμισο Brooks Brothers (Brooks Brothers Boutique).

Η επιλογή σας να ξεκινήσετε απ’ τη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με πάρα πολύ έντονη παράδοση στο καλό φαγητό, βοήθησε στην επιτυχία, ή σας δυσκόλεψε στους πειραματισμός, ακριβώς χάρη στην απαιτητικότητά της;

ΓΔ: Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με πολύ έντονο γαστρονομικό σοβινισμό, αυτό νομίζω μπορούμε να το πούμε με ασφάλεια. Δεν ξέρω βέβαια αν αυτό είναι κάτι που μας δυσκόλεψε, νομίζω δεν μας προβλημάτισε καν ιδιαίτερα. Το ότι ξεκινήσαμε εδώ όμως, σίγουρα μας βοήθησε πάρα πολύ από την άποψη ότι ανοίξαμε πιο εύκολα κατάστημα, κέντρο διανομών και λοιπά, λόγω χαμηλότερου κόστους. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε αυτό να το κάνουμε σε άλλη πόλη – πχ στην Αθήνα, ή ακόμη χειρότερα στο Λονδίνο – ή κυρίως σε άλλη εποχή.

Μεγάλος στόχος της Ergon καταλαβαίνω ότι είναι η συνεχής της επέκταση σε αγορές του εξωτερικού. Έχετε λοιπόν καταλάβει τι είναι τελικά αυτό που κάνει τους ξένους να παθιάζονται με ελληνικά προϊόντα ίσως περισσότερο κι από τους Έλληνες;

ΓΔ: Όταν ένας ξένος έρχεται στην Ελλάδα για διακοπές, νομίζω δυο πράγματα παίρνει μαζί του ως αναμνήσεις όταν επιστρέφει: τον ήλιο και το φαγητό. Με το φαγητό, πράγματι, είναι πάρα πολύ παθιασμένοι, κι αυτό το καταλαβαίνεις απ’ το ότι για παράδειγμα την σπανακόπιτα δεν την λένε spinach pie, τη λένε spanakopita – είναι ένα είδος μόνη της δηλαδή στη συνείδησή τους, και τη θυμούνται με το όνομά της. Και ξέρεις, είναι ενδεικτικό ότι οι πωλήσεις μας στο εξωτερικό, συνήθως αυξάνονται ακριβώς μετά τις διακοπές τους. Έρχονται το Σεπτέμβριο στο κατάστημά μας στο Λονδίνο για παράδειγμα, και ζωντανεύουν μπροστά τους οι αναμνήσεις τους: θυμούνται που ήταν στη Σαντορίνη και έτρωγαν φάβα για παράδειγμα.

Έχει ξεπεράσει ο τουρίστας το κλισέ «τζατζίκι – χωριάτικη – γύρος – μουσακάς»;

ΓΔ: Όταν έρχεται στην Ελλάδα όχι, από εκεί θα ξεκινήσει, παρ’ ότι ενδεχομένως να θελήσει να δοκιμάσει και κάτι παραπέρα απ’ αυτά κάποια στιγμή. Όταν έρχεται στο κατάστημα του Λονδίνου είναι πιο ανοιχτός, σίγουρα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα best sellers μας δεν είναι το σουβλάκι και το τζατζίκι μας. Και ξέρεις πήραμε πολύ μεγάλο μάθημα όταν πήγαμε να ανοίξουμε το πρώτο μας κατάστημα στο Λονδίνο, γιατί ξεκινήσαμε να πουλήσουμε μια μοντέρνα ελληνική κουζίνα, και συνειδητοποιήσαμε πολύ γρήγορα ότι ο κόσμος θέλει να φάει κανονικό μουσακά, κι όχι μουσακά με τρούφα ας πούμε. Ήταν μεγάλη σφαλιάρα, γιατί εμείς λέγαμε «κάνουμε νέα ελληνική κουζίνα», κι η απάντηση ήταν «μπράβο σας, μουσακά έχετε;». Κι αυτή είναι η πραγματικότητα: είναι σα να πας σε ένα κινέζικο και να μην έχει γλυκόξινο κοτόπουλο, γιατί οι Κινέζοι το θεωρούν cult. Δεν σε νοιάζει, εσύ γλυκόξινο κοτόπουλο θες να φας.

ΘΔ: Γι’ αυτό και ο δικός μας στόχος, πέρα από το να μεγαλώσει το δίκτυο των καταστημάτων μας και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, στα ελληνικά νησιά και λοιπά, είναι το Ergon να γίνει ο απόλυτος πρεσβευτής του ελληνικού φαγητού στο εξωτερικό. Όχι να φτιάξουμε εστιατόρια που θα διεκδικήσουν βραβεία, αλλά εστιατόρια που θα έχουν εξαιρετική ποιότητα σε αυτό που προσφέρουν, ούτως ώστε όταν κάποιος στην Κορέα σκέφτεται ελληνικό φαγητό, ελληνικό προϊόν, ελληνικό εστιατόριο, η πρώτη λέξη που θα του έρχεται στο μυαλό, να είναι το Ergon.

 

Ευχαριστούμε πολύ το καφέ-μπαρ Borsalino (Κολοκοτρώνη 59) για την ευγενική φιλοξενία.