Στις αίθουσες: 1968, του Τάσου Μπουλμέτη

Στις αίθουσες: 1968, του Τάσου Μπουλμέτη

Φτιαγμένο με μεράκι και πάθος, το υβρίδιο ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας εποχής του Τάσου Μπουλμέτη δεν καταφέρνει να βρει τα αφηγηματικά πατήματά του, αφήνοντας επίγευση αμηχανίας περισσότερο, παρά ανάτασης.

1968 (2,5/5)
Ντοκιμαντέρ με στοιχεία δράματος εποχής σε σκηνοθεσία και σενάριο του Τάσου Μπουλμέτη, με τους Στέλιο Μάινα, Ιεροκλή Μιχαηλίδη, Ορφέα Αυγουστίδη, Βασιλική Τρουφάκου κ.ά., διάρκειας 94 λεπτών, σε διανομή της Feelgood Entertainment.

 

Το 1968, εν μέσω Χούντας και γενικευμένης δυστυχίας, μια ομάδα ιδρυμένη από πρόσφυγες που ψάχναν έμπνευση να ενωθούν κάτω από μια κοινή σημαία, κατάφερε να ενώσει κάτω απ’ τα κιτρινόμαυρά της φλάμπουρα ολόκληρο τον διχασμένο ελληνικό λαό, θυμίζοντάς του κάτι που είχε αρχίσει να ξεχνάει: το πώς είναι να στέκει περήφανος, το πώς είναι να νικάει.

Παρασέρνοντας τη χώρα στην κατάκτηση του πρώτου ευρωπαϊκού τίτλου στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού, σε ένα μνημειώδες ματς που έδωσε νέο συμβολισμό στο Παναθηναϊκό Στάδιο, η μπασκετική ΑΕΚ έγραψε μια απ’ τις πιο λαμπερές σελίδες της αθλητικής Ιστορίας της χώρας - σελίδες που, στην ανάμνησή τους και μόνο, κάνουν ανθρώπους να φουσκώνουν από περηφάνια και να βουρκώνουν από νοσταλγία. Αν είσαι ένας απ’ αυτούς, η νέα ταινία του Τάσου Μπουλμέτη είναι φτιαγμένη για ‘σένα. Αν όχι, τότε μην περιμένεις και πολλά.

Ένα αλλόκοτο, τηλεοπτικής πρακτικής υβρίδιο είναι το 1968 του Τάσου Μπουλμέτη, που αν αρκούσουν στα trailer του, δεν θα μάθαινες παρά κάνα δεκάλεπτο μετά τους τίτλους έναρξης ότι πρόκειται για ένα μίγμα από δραματοποιημένες βινιέτες εποχής, μπλεγμένες με ντοκουμέντα, συνεντεύξεις και αφηγήσεις των πρωταγωνιστών της πρώτης φοράς που ελληνική ομάδα οποιουδήποτε αθλήματος κατέκτησε ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Γυρισμένη σε ελάχιστο χρόνο και ουσιαστικά κατά πρόταση του προέδρου της ΚΑΕ ΑΕΚ – με ισορροπία και σεβασμό στην ιστορική αλήθεια, βέβαια - , εκτός από ένα project πάθους για τον Κωνσταντινουπολίτη σκηνοθέτη του (και φαν, αλλά και πρώην παίκτη της ομάδας), το 1968 ήταν επίσης και μια ευκαιρία για τον Τάσο Μπουλμέτη να τεντώσει τις δημιουργικές του δυνατότητες, δοκιμάζοντας μια διαφορετική αφηγηματική τεχνική, την ίδια ώρα όμως παραμένοντας στην ασφάλεια της μυθοπλαστικής γειτονιάς των νοσταλγικών αναπαραστάσεων εποχής με τις οποίες έφτιαξε το όνομά του.

Παρ’ όλα αυτά, λίγο το περιορισμένο budget της ταινίας που δεν επέτρεψε στα γυρίσματα εποχής να βγουν παραέξω απ’ τα κλειστά, μικρά και ελεγχόμενα σκηνικά, λίγο η βιασύνη του σκηνοθέτη να προλάβει την 50η επέτειο απ’ το μεγάλο θρίαμβο της ΑΕΚ, λίγο η ανασφάλειά του στο να βρει πατήματα σε ένα εξαιρετικά δύσβατο είδος κινηματογραφικής αφήγησης, κι η τρίτη του απόπειρα να αναβιώσει εποχές περασμένες αλλά όχι ξεχασμένες, όχι μόνο δεν του βγαίνει τυχερή, αλλά μάλλον κινείται προς ακριβώς αντίθετο.

Εστιάζοντας πεισματικά στον μεγάλο τελικό, ο Μπουλμέτης στερεί από την ταινία του τον αφηγηματικό άξονα (και μαζί την συναισθηματική κλιμάκωση) της πορείας προς τον θρίαμβο, ενώ ο πλούτος πολιτικοινωνικών αναφορών που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ταπετσαρία της αφήγησής του, χρησιμοποιείται σε βαθμό τόσο περιορισμένο, ώστε να αγγίζει τα όρια της μπαναλιτέ. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης αποδεικνύεται ανέτοιμος να χειριστεί την ανορθόδοξη δομή της αφήγησής του, κατορθώνοντας, παρά το πλούσιο μπουκέτο αφηγήσεων που έχει στη διάθεσή του, να μην μπορεί να εντοπίσει το κέντρο βάρους τους ιστορίας του.

Αποτέλεσμα, οι αναφορές του στην παλιά Ελλάδα να λειτουργούν περισσότερο ώστε να απλωθεί στην ατμόσφαιρα η πατίνα νοσταλγίας στην οποία ειδικεύεται ο Μπουλμέτης, παρά στο να αναδειχθεί το ιστορικό πλαίσιο της ταινίας. Παράλληλα η έλλειψη σαφήνειας στον αφηγηματικό άξονα, περιορίζει τον συναισθηματικό αντίκτυπο και τη δύναμη της ταινίας να συγκινήσει, με την επίγευση να είναι περισσότερο αυτή της αμηχανίας, παρά της ανάτασης. Εκτός, βέβαια, κι αν είσαι ΑΕΚτζής. Οπότε συγκινημένος θα μπεις, βουρκωμένος θα βγεις.


Δες Τώρα