Reviewed in 60" - Η Lady Macbeth δεν είναι αυτό που φαίνεται (video)

Reviewed in 60

Όπως στο καλό σινεμά, έτσι και στο Lady Macbeth τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, κι ο Ιωσήφ Πρωϊμάκης το αναλύει σε όσο χρόνο χρειάζεται για να χαθείτε στην ύπαιθρο

Εκτός από πολλά άλλα μαγικά πράγματα, το σινεμά είναι κι ένα παιχνίδι αντίληψης: αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που είναι, κι αυτό που είναι δεν φαίνεται ακριβώς όπως το βλέπεις. Ή, τουλάχιστον, έτσι συμβαίνει στο καλό σινεμά, κι έτσι συμβαίνει και στο Lady Macbeth: μια στοιχειωτική ιστορία βίας, χειραγώγησης και αποπλάνησης στην αχανή ύπαιθρο της Βικτοριανής Αγγλίας, της οποίας η αθώα ηρωίδα, δεν είναι ακριβώς όσο αθώα μας αφήνει αρχικά να νομίζουμε.

Οι παραλληλισμοί του τίτλου με την μεφιστοφελική ηρωίδα του William Shakespeare είναι παραπάνω από προφανείς, αλλά και πλήρως εύστοχοι για την πρωταγωνίστρια της ταινίας, μια νεαρή κοπέλα που καλοπαντρεύεται για να την απαξιώνουν και να την παραμελούν δεσποτικός πατέρας και κακιασμένος σύζυγος, μέχρι που παίρνει ανάποδες στο κεφάλι και την κατάσταση στα χέρια της, και ξεσπάει η κόλαση – η οποία, ως γνωστόν, δεν ξέρει οργή πιο άγρια από μιας γυναίκας απαξιωμένης.

Αν και ταινία εποχής βαρβάτη, με τα κοστούμια της και τις προφορές της και τα «’σεις» της και τα «σας» της, αυτό που κάνει την Lady Macbeth να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους της, είναι η αποφασιστικότητα με την οποία εξερευνά τις δυναμικές εξουσίας και καταπίεσης της εποχής των σφιχτών κορσέδων: μιας εποχής εδραιωμένης στην κοινωνικά αποδεκτή εκδοχή της σκλαβιάς, που ήταν το σύστημα των καστών της Βικτοριανής Αγγλίας. 

Κι αυτό, σε αντίθεση με άλλες ταινίες του είδους, που περιορίζουν την συναισθηματική αψίδα τους στην περιγραφή της δυσθυμίας των κυριών με τις καμέλιες, ατυχούσες αρκετά οικογενειακώς, ώστε να μην μπορούν να δοκιμάσουν πια τις τελευταίες γεύσεις τσαγιού από τες Ινδίες, και να αναγκάζονται να μπαλώσουν μόνες τους τα μεσοφόρια τους, αντί να περιμένουν τον λόρδο του διπλανού αγροκτήματος να τους φέρει καινούρια τόπια υφάσματος απ’ το Παρίσι για να τους χαρίσει.

Θεατρικός σκηνοθέτης στην προϋπηρεσία του, θεατρικά σκηνοθετεί ο William Oldroyd και το μυθιστόρημα του Nikolai Leskov (συντομευμένο και ακονισμένο για την οθόνη από την Alice Birch), αντιμετωπίζοντάς το ως ένα πολύ κλειστό δράμα πολύ στενών δωματίων, με τη μοναστική τους διακόσμηση να υπογραμμίζει όχι μόνο την αυστηρότητα της εποχής, αλλά και τη συναισθηματική στειρότητα των ανθρώπων της. Με το αποπνικτικό σκηνικό να αναδεικνύει την καταπιεστική κοινωνία περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε και πιο στενός κορσές, ο σκηνοθέτης συνθέτει ένα κοινωνικό δράμα που κλιμακώνεται σε ψυχολογικό θρίλερ, γεμάτο εξάρσεις τόσο βίαιες, όσο κι οι ψυχολογικές μεταμορφώσεις των ηρώων του.

Εξαιρετική στην δεύτερη μόλις κινηματογραφική της εμφάνιση, η Florence Pugh σαγηνεύει τον θεατή με την παιδιάστικη ανεμελιά της στην αρχή, για να τον παρασύρει σύντομα μαζί της στο ταξίδι προς την άβυσσο της μαύρης της ψυχής. Μιας ψυχής που μεθάει στην αρχή, μα αργότερα παραμορφώνεται και τερατοποιείται από την εξουσία, η οποία αλλάζει χέρια και μεταλλάσσει τον θύτη σε βασανιστή, μένοντας η ίδια ανατριχιαστικά απαράλλαχτη. Σαν ιός που ταξιδεύει από ξενιστή σε ξενιστή, κι από κρίκο σε κρίκο αυτής της ατέλειωτης αλυσίδας καταπίεσης και βίας, που διατηρείται αρραγής απ’ την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας, αλλά κι από την αρχή του ανθρώπου μέχρι σήμερα, κάτι αιώνες αργότερα. 

Γιατί, όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, δεν αλλάζουν οι άνθρωποι παιδάκι μου…


Το Lady Macbeth (3,5/5) σε σκηνοθεσία του William Oldroyd και σενάριο της Alice Birch (απ’ το βιβλίο του Nikolai Leskov), με τους Florence Pugh, Cosmo Jarvis, Naomi Ackie κ.ά., παραγωγής 2016 και διάρκειας 99’, θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από 30 Νοεμβρίου